ανήμερα


ανήμερα
[анимэра] стар, в тот же день, в день чего-либою

Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь). 2014.

Смотреть что такое "ανήμερα" в других словарях:

  • ανήμερα — επίρρ. (Μ ἀνήμερα) κατά τη διάρκεια μιας ορισμένης ημέρας, αυθημερόν …   Dictionary of Greek

  • ανήμερα — επίρρ. χρον., την ίδια μέρα: Ανήμερα το Πάσχα ήρθε στο χωριό …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ἀνήμερα — ἀνήμερος not tame neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αγιασμός — Σύμφωνα με τη λειτουργική της Ορθόδοξης Εκκλησίας α. λέγεται η ευλογία των νερών με ευχές και σταυρικές επισφραγίσεις και ο εξαγνισμός, στη συνέχεια, του πιστού με ραντισμό. 1. Μέγας α. Τελείται την παραμονή και ανήμερα των Θεοφανείων για να… …   Dictionary of Greek

  • αναστενάρια — Σύνολο τελετουργικών πράξεων θιασικής λαϊκής λατρείας· οι μύστες αυτής της λατρείας ονομάζονται αναστενάρηδες. Η λέξη προέρχεται από την πρόθεση ανά και τη μεσαιωνική λέξη ασθενάριον. Σήμερα, τα δύο κύρια κέντρα όπου έχουν επιβιώσει τα α. είναι ο …   Dictionary of Greek

  • Ελλάδα - Λαϊκός πολιτισμός — ΣΥΓΧΡΟΝΟΣ ΛΑΪΚΟΣ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ Λαϊκός πολιτισμός είναι το σύνολο των εκδηλώσεων του βίου του λαού –υλικού και πνευματικού– οι οποίες έχουν χαρακτήρα ομαδικό και τελούνταν κατά παράδοση από τον αγροτικό πληθυσμό και τα κατώτερα κοινωνικά στρώματα των …   Dictionary of Greek

  • Θεσσαλονίκη — I (4ος αι. π.Χ.). Κόρη του Φιλίππου Β’ της Μακεδονίας και της συζύγου του Νικησίπολης, αδελφή του Μεγάλου Αλεξάνδρου. Σύζυγός της υπήρξε ο Κάσσανδρος, από τον οποίο απέκτησε τρεις γιους: τον Φίλιππο, τον Αντίπατρο και τον Αλέξανδρο. Τη σκότωσε ο… …   Dictionary of Greek

  • Λεμπέσης, Γεώργιος — Αγωνιστής του 1821 από το Κρανίδι. Ήταν οπλαρχηγός και πήρε μέρος στην πολιορκία του Ναυπλίου. Οι Τούρκοι τον συνέλαβαν ανήμερα του Πάσχα (10 Απριλίου 1821), τον οδήγησαν στην πόλη και τον ανασκολόπισαν προς εκφοβισμό των πολιορκητών …   Dictionary of Greek

  • Παγκόσμιοι πόλεμοι — Οι δύο πόλεμοι, ο A» Παγκόσμιος πόλεμος (1914 18) και ο B» Παγκόσμιος πόλεμος (1939 45), στους οποίους συμμετείχαν οι κυριότερες δυνάμεις του κόσμου. Α’ Παγκοσμιος πόλεμος. Ποτέ, στην υπερχιλιετή ιστορία της, η Ευρώπη δεν έφτασε σε τόσο υψηλό… …   Dictionary of Greek

  • Τιμόρ — (Timor). Νησί της Ινδονησίας (έκτ. 48.909 τ. χλμ., 3.383.490 κάτ.). Βρίσκεται στη νοτιοανατολική περιοχή του αρχιπελάγους. Γεωλογικά το νησί αποτελείται κυρίως από πετρώματα του παλαιοζωικού αιώνα. Έχει υψηλή θερμοκρασία και συχνές βροχοπτώσεις.… …   Dictionary of Greek